Meaning of απλοχέρης | Babel Free
/a.ploˈçe.ɾis/Ορισμοί
- που ξοδεύει ή μοιράζει πρόθυμα, χωρίς τσιγκουνιά αλλά ίσως και χωρίς περίσκεψη
- που κλέβει, που οικειοποιείται κάτι που δεν του ανήκει
- που προβαίνει σε ενοχλητικές χειρονομίες σεξουαλικής φύσεως
Παραδείγματα
“Ο Θανάσης ήταν πολύ απλοχέρης και στο τέλος πέθανε στην ψάθα.”
“Η γειτόνισσα η Νίτσα είναι πολύ απλοχέρα· όταν μπαίνει στο σπίτι, να την προσέχεις.”
“Ο άντρας μου είναι απλοχέρης με τις γυναίκες, αλλά θα του τα κόψω εγώ αυτά τα καμώματα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.