Meaning of απλουστεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απλουστεύω
- θα απλουστεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απλουστεύω
- να απλουστεύσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλουστεύω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.