Meaning of απεραντολογήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απεραντολογώ
- θα απεραντολογήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απεραντολογώ
- να απεραντολογήσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεραντολογώ
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.