HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απερίσπαστος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

που δεν εμποδίζεται από ενοχλήσεις ή περισπασμούς, δεν χάνει την προσοχή του

Παραδείγματα

“«Έτυχε να είμαι πολύ πεισματάρης», ομολογούσε ο Οδυσσέας Ελύτης -νομπελίστας πλέον, εν έτει 1979- ανακαλώντας τα τέσσερα χρόνια που πέρασε στην Κατοχή σ' ένα νοικιασμένο δωμάτιο, πρώτη φορά μακριά απ' το σπίτι της μάνας του, ώστε να εργάζεται απερίσπαστος, τότε που έγραφε το magnus opus του, το «Άξιον Εστί». (*)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απερίσπαστος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course