Meaning of απερίσκεπτος | Babel Free
/a.peˈɾi.sce.ptos/Ορισμοί
- που πράττει πρoτού να σκεφτεί τις επιπτώσεις των ενεργειών του
- χωρίς προηγούμενη σκέψη
Ισοδύναμα
English
reckless
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.