Meaning of απειλουμένων | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του απειλούμενος genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απειλούμενος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού του απειλούμενη και απειλουμένη genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του απειλούμενος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του απειλούμενο genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απειλούμενος genitive, neuter, plural
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.