Meaning of απειθαρχήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απειθαρχώ
- θα απειθαρχήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απειθαρχώ
- να απειθαρχήσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειθαρχώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.