Meaning of απαυδισμένος | Babel Free
Ορισμοί
που έχει απαυδήσει, δεν αντέχει άλλο, έχει αγανακτήσει, δεν έχει πια άλλη υπομονή
Παραδείγματα
“Τα παράτησε όλα σύξυλα απαυδισμένος με/από την τακτική τους”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.