HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απαρχαιωμένος | Babel Free

Verb feminine CEFR C1
/a.par.çe.oˈme.nos/

Ορισμοί

που είναι τόσο παλιός, ώστε να μη συμβαδίζει πια με τις σύγχρονες καταστάσεις, αντιλήψεις ή απαιτήσεις

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Μια απαρχαιωμένη μέθοδος διδασκαλίας.”

An old-fashioned teaching method.

“Έχει απαρχαιωμένες αντιλήψεις.”

He/she has old-fashioned views.

“※ Από τα βιβλία αυτά ο Κόνολι σταχυολόγησε ένα χρήσιμο γλωσσάρι απαρχαιωμένων όρων των οποίων έκανε ενσυνείδητη χρήση, παρόλο που – ή μάλλον ακριβώς επειδή – πρόκειται για σπάνιες λέξεις που δεν μπορεί κανείς να αλιεύσει στα σύγχρονα λεξικά (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 403-406, 2000, σελ. 48)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απαρχαιωμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course