Meaning of απαρηγόρητος | Babel Free
/apaɾiˈɣoɾitos/Ορισμοί
που δεν μπορεί εύκολα να παρηγορηθεί, να ησυχάσει, να σταματήσει να θρηνεί, να κλαίει κλπ
Ισοδύναμα
English
Disconsolate
Παραδείγματα
“※ Πήγαινα κοντά του να τον παρηγορήσω αλλά ήταν απαρηγόρητος. (Γιάννης Γουδέλης, Τα μάτια της δίδυμης)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.