Meaning of απαργυρώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαργυρώνω
- θα απαργυρώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απαργυρώνω
- να απαργυρώσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαργυρώνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.