Meaning of απαρέμφατο | Babel Free
/a.paˈɾeɱ.fa.to/Ορισμοί
ρηματικός τύπος που δε φανερώνει το υποκείμενο ή τον αριθμό, αλλά μόνον τον ρηματικό χρόνο και την ρηματική έγκλιση
Ισοδύναμα
English
Infinitive
Παραδείγματα
“ένα ρήμα στο απαρέμφατο”
a verb in the infinitive
“Το «δηλοῦν» είναι αρχαίο απαρέμφατο ενεστώτα της ενεργητικής φωνής του ρήματος δηλόω-δηλῶ.”
“Το «δηλώσει» είναι το απαρέμφατο της ενεργητικής φωνής του νεοελληνικού ρήματος δηλώνω.”
“Το «δηλωθεί» είναι το απαρέμφατο της παθητικής φωνής του ρήματος δηλώνω.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.