Meaning of απανθρακώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απανθρακώνω
- θα απανθρακώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απανθρακώνω
- να απανθρακώσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.