Meaning of απαλλάξει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαλλάσσω
- θα απαλλάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απαλλάσσω
- να απαλλάξει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαλλάσσω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.