Σημασία του απαιτούμε | Babel Free
a.peˈtu.meΟρισμοί
first-person plural present active indicative of απαιτώ (apaitó)
active, first-person, form-of, indicative, plural, present
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.