HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απαίδευτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. που δεν έχει λάβει επαρκή παιδεία
  2. που δεν έχει παιδευτεί, δεν έχει βασανιστεί
    familiar

Παραδείγματα

“※ Στα μεγάλα βάσανα, ατομικά και συλλογικά, ο νους πολλών ανθρώπων, ίσως των περισσότερων, στρέφεται προς τα πάνω – ή προς τα μέσα, βαθιά, το ίδιο είναι. Και του πιστού ο νους και του αγνωστικιστή και του δύσπιστου και του αρνησίθεου. Του επιστήμονα και του απαίδευτου. Του φτωχού και του πλούσιου. (Η αγία Κορώνα, ο άγιος Αυξίβιος και η πανδημία, Κυθηραϊκά, 14/4/2020 https://www.kythiraika.gr/i-agia-korona-o-agios-ayxivios-kai-i-pandimia/)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απαίδευτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course