Meaning of απέκδυση | Babel Free
Ορισμοί
-
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απεκδύομαι formal, literally
-
ενέργεια με την οποία κάποιος αφαιρεί από πάνω του κάτι που φορούσε, συνήθως ένδυμα ή κάλυμμα, φυσική απογύμνωση formal, literally
-
συνειδητή αποτίναξη υποχρεώσεων, ιδεών ή συνηθειών που θεωρούνται βάρος ή εμπόδιο, η εσωτερική απογύμνωση από στοιχεία ανεπιθύμητα ή παρωχημένα figuratively, formal
-
η ενσυνείδητη αποποίηση ή αποφυγή ευθύνης, ιδιότητας ή ρόλου που συνεπάγεται δεσμεύσεις ή βάρη formal
Παραδείγματα
“Η απέκδυση του χιτώνα ως τελετουργική πράξη στην αρχαιότητα.”
“Η απέκδυση κοινωνικών ρόλων προς αναζήτηση αυθεντικότητας.”
“Η συστηματική του απέκδυση από κάθε θεσμική ευθύνη μαρτυρούσε όχι ταπεινότητα αλλά αποφυγή λογοδοσίας.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.