Meaning of αοριστολογήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αοριστολογώ
- θα αοριστολογήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αοριστολογώ
- να αοριστολογήσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αοριστολογώ
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.