Meaning of αξιωματούχος | Babel Free
/a.ksi.o.maˈtu.xos/Ορισμοί
το πρόσωπο που έχει κάποιο αξίωμα, συνήθως σε διοικητική θέση
Παραδείγματα
“※ Οι αξιωματούχοι του ΔΝΤ απαιτούν συνήθως από τους δανειζόμενους (τις χώρες) να υιοθετήσουν αντιφατικές νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές για να διορθώσουν τα προβλήματα στο ισοζύγιο πληρωμών τους και να αποπληρώσουν τα δάνεια του ΔΝΤ (Θίοντορ Κοχ, Διεθνής Πολιτική Οικονομία)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.