HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αξιοπρεπής | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Standard
/a.ksi.o.pɾeˈpis/

Ορισμοί

  1. γενική ενικού του αξιόπρεπη
    genitive, singular
  2. που διακρίνεται για σωστή συμπεριφορά, σεμνότητα, σοβαρότητα και ευγένεια
  3. επαρκής, ικανοποιητικός

Παραδείγματα

“※ Και τώρα προς χάριν αυτής η ελληνική κοινωνία αναγκάζεται να χάσει δικαιώματα στοιχειώδη όπως η προστασία της εργασίας, η αξιοπρεπής σύνταξη, η αξιοπρεπής αμοιβή (για ένα μεγάλο κομμάτι χαμηλόμισθων υπαλλήλων). (*)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αξιοπρεπής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course