Meaning of αντρειευτεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντρειεύομαι
- θα αντρειευτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντρειεύομαι
- να αντρειευτεί: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντρειεύομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.