Meaning of αντλιοφόρος | Babel Free
Ορισμοί
- που φέρει αντλία
- που έχει δυνατότητα άντλησης νερού
Παραδείγματα
“αντλιοφόρος κάδος με χειροκίνητη αντλία (πυροσβεστικός κάδος)”
“αντλιοφόρο όχημα, όλα τα ναυαγοσωστικά είναι αντλιοφόρα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.