Meaning of αντιψυκτικός | Babel Free
Ορισμοί
- που αφορά ουσία ή ιδιότητα που αποτρέπει το πάγωμα υγρών ή επιβραδύνει τη διαδικασία ψύξης, συνήθως με σκοπό την προστασία μηχανών ή σωληνώσεων από βλάβες λόγω παγετού
- αντιψυκτικό
Ισοδύναμα
English
antifreezing
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.