HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αντιψυκτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που αφορά ουσία ή ιδιότητα που αποτρέπει το πάγωμα υγρών ή επιβραδύνει τη διαδικασία ψύξης, συνήθως με σκοπό την προστασία μηχανών ή σωληνώσεων από βλάβες λόγω παγετού
  2. αντιψυκτικό

Ισοδύναμα

English antifreezing

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αντιψυκτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course