Meaning of αντισυμβατικός | Babel Free
/an.di.siɱ.va.tiˈkos/Ορισμοί
- μη συμβατικός, ο αντίθετος με τις κοινωνικές ή επιστημονικές συμβάσεις
- αντίθετος στην σύμβαση, την συμφωνημένη δικαιοπραξία
Παραδείγματα
“αντισυμβατικό ντύσιμο, αντισυμβατική θεωρία”
“Ο εναγόμενος επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.