Meaning of αντισυλληπτικό | Babel Free
/an.di.si.li.ptiˈko/Ορισμοί
σκεύασμα ή χάπι που προλλαμβάνει τη σύλληψη (παιδιού) και συμβάλλει στην αντισύλληψη αναστέλλοντας την ωορρηξία
Ισοδύναμα
English
Contraceptive
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.