HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αντισηπτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που καταπολεμά ή προλαμβάνει τη μόλυνση
  2. που μοιάζει να έχει απολυμανθεί, να μην έχει ζωή
  3. αντισηπτικό

Ισοδύναμα

English Antiseptic

Παραδείγματα

“※ Η ποβιδόνη είναι μια ιωδιοφόρος αντισηπτική ουσία από την οποία το ιώδιο απελευθερώνεται με βραδύ ρυθμό στους ιστούς (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, Τόμος 56, Ελληνική Κτηνιατρική Εταιρεία, 2005, σελ. 169)”
“※ Παράγγειλε και μια μπύρα. Τον σερβίρισε μια νόστιμη ψηλή αντισηπτική Αμερικάνα που σε ό,τι της έλεγε, του απαντούσε «χα - χα». (Τζώρτζης Ι. Μαράτος, Οι τυφώνες ήταν γένους θηλυκού: μυθιστόρημα, Βιβλιοπωλείον της "Εστίας", Ι.Δ. Κολλάρου & Σιας, 2007, σελ. 114)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αντισηπτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course