Meaning of αντιπρόσωπος | Babel Free
/an.diˈpɾo.so.pos/Ορισμοί
- που αντιπροσωπεύει
- που παρευρίσκεται και ενεργεί (με σχετική εξουσιοδότηση) για λογαριασμό κάποιου άλλου
- που έχει την αντιπροσώπευση μιας φίρμας, εταιρείας ή επιχείρησης σε κάποιο μέρος
- που είναι το χαρακτηριστικό είδος από μια ομάδα ομοειδών
Παραδείγματα
“※ 1844: Ανάμεσα στα προβλήματα που απασχολούν για μήνες την εθνοσυνέλευση είναι και αυτό του δικαιώματος της ισοπολιτείας των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων Ελλήνων. Πολλοί από του αντιπροσώπους υποστήριξαν τον αποκλεισμό των ετεροχθόνων από τις δημόσιες θέσεις. (Γιάννης Γρυντάκης, Γιώργος Δάλκος, Έκτορας Χόρτης, Άγγελος Χόρτης, Σαν σήμερα. Στη νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.