Meaning of αντιπολιτευτεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιπολιτεύομαι
- θα αντιπολιτευτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντιπολιτεύομαι
- να αντιπολιτευτεί: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπολιτεύομαι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.