Meaning of αντιπαλέψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιπαλεύω
- θα αντιπαλέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντιπαλεύω
- να αντιπαλέψει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαλεύω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.