Meaning of αντιληφθεί | Babel Free
/an.di.liˈfθi/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιλαμβάνομαι
- θα αντιληφθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντιλαμβάνομαι
- να αντιληφθεί: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιλαμβάνομαι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.