Σημασία του αντικρούστηκα | Babel Free
andiˈkrustikaΟρισμοί
first-person singular simple past of αντικρούομαι (antikroúomai), the passive of αντικρούω (antikroúo) "I was rebutted"
first-person, form-of, past, singular
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.