Meaning of αντικριστός | Babel Free
Ορισμοί
- που αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγματα που βρίσκονται απέναντι το ένα στο άλλο
- το αντικριστό: παραδοσιακό κρητικό φαγητό, οφτό (ψητό) αρνί που κόβεται σε τέσσερα γουλίδια (κομμάτια)
Παραδείγματα
“αντικριστός χορός (οι χορευτές ανά δύο χορεύουν έχοντας αντίκρυ τους ο ένας τον άλλον)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.