Meaning of αντικαταβολή | Babel Free
Ορισμοί
- η πληρωμή μέρους ή, συνήθως, του συνόλου της αξίας κάποιου εμπορεύματος, που έχει αποσταλεί με ταχυδρομικό τρόπο, τη στιγμή που παραλαμβάνεται
- η πώληση ή αγορά χρηματιστηριακών τίτλων με πληρωμή μόνο τμήματος του αντιτίμου, ενώ για το υπόλοιπο υπάρχει προθεσμία καταβολής του
Ισοδύναμα
English
cash on delivery
Παραδείγματα
“με αντικαταβολή”
with cash on delivery
“επί αντικαταβολή”
upon cash on delivery
“(συνεκδοχικά) το ποσόν που πρέπει να πληρωθεί”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.