HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αντικαταβολή | Babel Free

Noun feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. η πληρωμή μέρους ή, συνήθως, του συνόλου της αξίας κάποιου εμπορεύματος, που έχει αποσταλεί με ταχυδρομικό τρόπο, τη στιγμή που παραλαμβάνεται
  2. η πώληση ή αγορά χρηματιστηριακών τίτλων με πληρωμή μόνο τμήματος του αντιτίμου, ενώ για το υπόλοιπο υπάρχει προθεσμία καταβολής του

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“με αντικαταβολή”

with cash on delivery

“επί αντικαταβολή”

upon cash on delivery

“(συνεκδοχικά) το ποσόν που πρέπει να πληρωθεί”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αντικαταβολή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course