Meaning of αντιθυρεοειδικός | Babel Free
Ορισμοί
κάθε παράγοντας –συνήθως φάρμακο– που επιδρά ανασταλτικά στη λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα, μειώνοντας την παραγωγή των σχετικών ορμονών και καταπολεμώντας τον υπερθυρεοειδισμό
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.