Meaning of αντιεξουσιαστικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του αντιεξουσιαστικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του αντιεξουσιαστική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του αντιεξουσιαστικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.