HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αντιεκκλησιαστικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2

Ορισμοί

που δρα εναντίον της εκκλησίας ή αντιτίθεται σ’ αυτήν ή την εχθρεύεται

Παραδείγματα

“Η καταδίκη του Γαλιλαίου το 1633, μολονότι ο ίδιος ασπαζόταν τις αρχές της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στη μετέπειτα μεταφυσική μεταστροφή των περισσότερων οπαδών του σε ολόκληρη την Ευρώπη, και στην αντιεκκλησιαστική στάση που αυτή η μεταστροφή συνεπάγεται. (*)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αντιεκκλησιαστικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course