Meaning of αντιγονικότητα | Babel Free
Ορισμοί
η ιδιότητα που έχει μια ουσία να ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα, προκαλώντας την παραγωγή ειδικών αντισωμάτων ή την έναρξη κυτταρικής ανοσολογικής απόκρισης
Ισοδύναμα
English
antigenicity
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.