Meaning of αντιβιοτικό | Babel Free
/an.di.vi.o.tiˈko/Ορισμοί
φαρμακευτική ουσία που περιορίζει ή αναστέλλει την εξάπλωση των βακτηρίων και άλλων μικροοργανισμών
Ισοδύναμα
English
Antibiotic
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.