Meaning of αντιασθματικός | Babel Free
Ορισμοί
φαρμακευτικός ή θεραπευτικός παράγοντας που χρησιμοποιείται, για να μειώσει τα συμπτώματα, να αποτρέψει τις κρίσεις ή να ελέγξει την εξέλιξη του βρογχικού άσθματος
Ισοδύναμα
English
antasthmatic
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.