Meaning of αντιαρρυθμικός | Babel Free
Ορισμοί
- που σχετίζεται με φάρμακο ή ουσία που ρυθμίζει ή αποκαθιστά τον φυσιολογικό καρδιακό ρυθμό, παρεμβαίνοντας σε μηχανισμούς που προκαλούν αρρυθμίες
- αντιαρρυθμικό
Ισοδύναμα
English
antiarrhythmic
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.