Meaning of αντεπεξέλθει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντεπεξέρχομαι
- θα αντεπεξέλθει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αντεπεξέρχομαι
- να αντεπεξέλθει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντεπεξέρχομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.