Meaning of αντεκκλησιαστικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του αντεκκλησιαστικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του αντεκκλησιαστική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του αντεκκλησιαστικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.