Meaning of ανταπαιτήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανταπαιτώ
- θα ανταπαιτήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανταπαιτώ
- να ανταπαιτήσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταπαιτώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.