Meaning of αντίκρισμα | Babel Free
/anˈdi.kɾi.zma/Ορισμοί
- το να αντικρίζει / βλέπει κάποιος κάτι
-
χρηματικό ποσό που έχει κατατεθεί σε τράπεζα, το οποίο επιτρέπει στον καταθέτη να εκτελεί διάφορες οικονομικές πράξεις singular-normally
-
η ισχύς, το αποτέλεσμα figuratively
- μεταλλική βάση κλειδαριάς
Παραδείγματα
“επιταγή χωρίς αντίκρισμα”
a bad cheque
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.