Meaning of ανοχύρωτος | Babel Free
Ορισμοί
- που δεν έχει οχυρωθεί
-
πόλη ή περιοχή που καταγράφεται σαν ανυπεράσπιστη ώστε να μην βομβαρδιστεί σε περίοδο πολέμου και δεν προβάλει αντίσταση στην προέλαση των αντίπαλων στρατευμάτων especially
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.