Meaning of ανοστίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανοστίζω
- θα ανοστίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανοστίζω
- να ανοστίσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοστίζω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.