Meaning of ανοσοκύτταρο | Babel Free
/a.no.soˈci.ta.ɾo/Ορισμοί
οποιοδήποτε κύτταρο του ανοσοποιητικού συστήματος, που μπορεί να αντιδρά με ένα αντιγόνο για να παράγει αντισώματα ή να συμμετάσχει σε αντιδράσεις κυτταρικής ανοσίας
neologism
Παραδείγματα
“※ Το πρήξιμο και ο πόνος που βιώνουμε σε μια μόλυνση προκαλούνται εν μέρει από τη δράση του ανοσοποιητικού, όσο τα ανοσοκύτταρα καταπολεμούν τους εισβολείς. Και το να ξέρει ο οργανισμός πότε και πόσο πολύ πρέπει να ανταποκριθεί στην άβολη κατάσταση είναι αποφασιστικής σημασίας για την καλή λειτουργία του σώματος.”
“※ Oι ερευνητές εστίασαν τις προσπάθειές τους στα ανοσοκύτταρα Τ που «περιπολούν το σώμα» αναζητώντας κυτταρικές βλάβες. Χάρη στους υποδοχείς τους μπορούν να εντοπίσουν λοιμώξεις ή ακόμη και καρκινικά κύτταρα. Αυτό, ωστόσο, είναι δύσκολο, καθώς τα καρκινικά κύτταρα έχουν αρκετές ομοιότητες με τα φυσιολογικά. Στόχος της πρωτοποριακής θεραπείας είναι η ενίσχυση των συγκεντρώσεων των ανοσοκυττάρων Τ που ανιχνεύουν τον καρκίνο.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.