Meaning of ανοσοκατεσταλμένος | Babel Free
Ορισμοί
που παρουσιάζει καταστολή ή ανοσοανεπάρκεια (ανεπάρκεια του ανοσοποιητικού του συστήματος) είτε λόγω πάθησης είτε αξαιτίας λήψης ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.