HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανοσοαπόκριση | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

απόκριση / αντίδραση ενός οργανισμού (π.χ. παραγωγή αντισωμάτων, ανοσολογική ανοχή κ.ά.) στην έκθεση σε αντιγόνο

neologism

Ισοδύναμα

English immune response

Παραδείγματα

“※ Ακόμη δεν γνωρίζουμε πόσο ισχυρή ανοσοαπόκριση χρειάζεται να προκαλέσουμε, για να επιτύχουμε μια αποτελεσματική προστασία κατά της λοίμωξης SARS-CoV-2. (εφ. Έθνος, 20/7/2020)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανοσοαπόκριση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course