Meaning of ανοσιουργήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανοσιουργώ
- θα ανοσιουργήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανοσιουργώ
- να ανοσιουργήσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοσιουργώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.